γράφω


γράφω
γράφω ['чертить'] 1. писать; 2. рисовать (ср. графика; графоман; эпиграф; параграф) γράφω, γράψω, ἔγραψα, γέγραφα | γέγραμμαι, ἐγράφην

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "γράφω" в других словарях:

  • γράφω — scratch pres subj act 1st sg γράφω scratch pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γράφω — γράφω, έγραψα βλ. πίν. 13 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • γράφω — ρ. μετβ. писать, писать иконы (на языке иконописи) Этим. дргр. первоначальное значение «вырезать, высекать, выскабливать» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • γραφῶ — γράφω scratch aor subj pass 1st sg (attic epic doric) γραφής masc gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γράφω — (AM γράφω) 1. αποδίδω λέξεις με γράμματα τού αλφαβήτου 2. ζωγραφίζω 3. γράφω επιστολή 4. καταχωρίζω σε κατάλογο 5. εγγράφω, κατατάσσω σε σχολείο κ.λπ. νεοελλ. 1. ξέρω να γράφω 2. συγγράφω, δημοσιεύω 3. κληροδοτώ, μεταβιβάζω την κυριότητα ακινήτου …   Dictionary of Greek

  • γράφω — [графо] р. писать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γράφω — έγραψα, γράφ(τ)ηκα, γραμμένος 1. παρασταίνω με γράμματα τις σκέψεις μου, διατυπώνω γραπτά κάτι: Μου έγραψε μια επιστολή με τα παράπονά του. 2. συντάσσω άρθρα, βιβλία, συνθέτω μουσική: Έγραψα ένα άρθρο για την τοπική εφημερίδα. – Έγραψε ένα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ὅρκους ἐγὼ γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω. — ὅρκους ἐγὼ γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω. См. Клятвы любовные …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὅρκους δ’ ἐγὠ γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω. — См. По воде писать …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • γράφετον — γράφω scratch pres imperat act 2nd dual γράφω scratch pres ind act 3rd dual γράφω scratch pres ind act 2nd dual γράφω scratch imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γράφον — γράφω scratch pres part act masc voc sg γράφω scratch pres part act neut nom/voc/acc sg γράφω scratch imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) γράφω scratch imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)